10 September, 2015

ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ

 ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ


δεν κρύβονται μα συντυχαίνουν ο Έρωτας, ο βήχας κι ο παράς
γοργόφτεροι τρέχουν θεοί αναμεσό μας στις ρούγες σκλαβώνουν,
στραβώνουν συχνά και πουλούν ή χαρίζονται η φουκαρού και ο φουκαράς
κάλπη και υπολογιστής δυστυχώς που αποχαυνώνουν
πλανεύουν ματαίως, σκοτάδι στα μάτια του κόσμου απλώνουν

άμποτε να θελήσεις να σε έχω σε μεγάλη εκτίμηση
δύσκολες λύσεις να εύρεις ή τις απλές θα σου πω μα κι εμπρός προχώρησε
κοίταξε κάμποσο να μου μοιάσεις, ει δυνατόν κατά το ήμισυ
κράτησε καθαρό το λευκό χαρτί που η τύχη σου όρισε
σύντομα φθάνει η χαρά που ο χαμένος σου δώρισε

δεν γίνεται τίποτα δίχως σκοπό αλλά μονάχα από χέρι θείο
πες το όνομα του κι Αυτός μιαν αλήθεια γεμάτη φως σου χαρίζει
της κακοτράχαλης ζήσης αν διαβείς τα καταράχια, τι μεγάλο σχολείο,
φύλαξε τις αρχές σου με πίστη και σίγουρα θα δεις πως σε φροντίζει
το μυαλό κι η ψυχή σου μακριά από παζάρια καθώς θα γυρίζει...


© ΒΑΛΙΑ ΜΑΪΣΤΡΟΥ  10.09.2015 "10 και πλέον ιστορίες μετά το 30”, All Rights Reserved








03 September, 2015

ΤΙ ΤΡΩΝΕ ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ


ΤΙ ΤΡΩΝΕ ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ

τι να τρώνε τα κύματα
σιμά στην ξέρα ρηχά ;
Εσύ μπόρεσες κι είδες
των γλάρων μικρά θύματα
ζαργάνες, γαύρους, μαρίδες
μετά να ρεύονται μνήμες

τι να τρώνε τα κύματα
με πιώμα ούζο με πάγο ;
Εσύ Πλωμαριού το ποτήρι
σε πίνω και σε ξεπερνώ
άοκνο βίο διάγω
μόνο με γλάρο, όχι αητό

τι να τρώνε τα κύματα
χύμα στο πέλαγος όταν ;
ζούσε ένα πλάι σε χελώνες
πείναγε και ίσως καθόταν
δειλά σκάρωνε ποιήματα
σιωπή για πόσους αιώνες

τι να τρώνε τα κύματα
στα πελάγη τα πάτρια ;
ζαργάνες και φύκια πικρά
αφρίζουνε τόσο γλυκά
των ανθρώπων τα δάκρυα
πίνουν Έρωτα ηδονικά


© 02.09.2015 ΒΑΛΙΑ ΜΑΙΣΤΡΟΥ, “10 και πλέον ιστορίες μετά το 30”, All Rights Reserved



01 September, 2015

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΒΑΛΙΑΣ ΜΑΪΣΤΡΟΥ

 


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΒΑΛΙΑΣ ΜΑΪΣΤΡΟΥ

Η Βάλια Μαΐστρου είναι γνήσιο τέκνο του παράνομου Έρωτα της Λογοτεχνίας και του Εμπορικού Κέρδους.

Ασφαλώς προϋπήρχε ως σύλληψη, πρωτίστως στο μυαλό των γονέων της, μα γεννήθηκε κάπου στα 1997-1998 στα γραφεία μιας νεοσύστατης τότε εταιρίας των Αθηνών.
Εκεί, κάπου μεταξύ 2ου και 4ου ή και 3ου και 5ου ορόφου, ίσως και εντός ανελκυστήρα, συγχωρήστε μου την αβεβαιότητα, μα εκείνους τους καιρούς οι...εγκυμοσύνες προέκυπταν ακόμα και από μία φευγαλέα ματιά μετά από παύση, γεμάτη νόημα και γοητεία, του τύπου “....λες ; ”, εκεί λοιπόν, μέσα σε κάτι διαφημιστικά φυλλάδια αντί για σπάργανα, γεννήθηκε η Βάλια Μαΐστρου.

Το πότε ακριβώς όμως συνέβη, μάλλον οφείλεται σε μια ευτυχή συγκυρία, και πάντως όταν στο μυαλό του πρώτου νονού της ξεπήδησε η ιδέα να παρουσιαστούν μερικές εμπορικές μελωδίες μέσα σε μια τρυφερή ιστορία για ένα κοινό με ειδικές...απαιτήσεις.

Αυτός ο νονός, γνωστός γόνος ευφραδούς και ευφυούς οικογενείας, αυτοδημιούργητος και ευγενικής καταγωγής, μετά την ονοματοδοσία και το βάπτισμα του πυρός, ξεμάκρυνε προς αναζήτηση διαμαντιών (πλην όμως...άνθρακες οι αδάμαντες ή ο θησαυρός !!), ως εκ τούτου εκείνη συνέχισε τον έντιμο βίο της στον τσαντηρομαχαλά των Α.Ε. ως προσφάτως, όπου εκείνος, αν και για πολλά χρόνια αγνοείτο η τύχη του, τελικώς ευρέθη πως ζει και πορεύεται εν Ειρήνη...

Ο δεύτερος νονός της, μοναδικής αξίας κεφάλαιο, κατά δήλωση του άξιος ιχνηλάτης και ενθουσιώδης λάτρης σπανίων πολίτιμων λίθων με τρία μεταπτυχιακά και πολυετή εμπειρία στην εξεύρεση, εξόρυξη και ειδική κοπή πολύτιμων λίθων, διαθέτοντας εξαιρετικό ένστικτο και υπομονή όντας και δεινός λογοτέχνης, αφού την υπέβαλε στην γνωστή διαδικασία πλύσης και αφαίρεσης τυχόν προσμίξεων και επιχωματώσεων λόγω μεγάλης παραμονής σε αφιλόξενους, ξένους τόπους, την επανέφερε στην Ελληνική πραγματικότητα, με τις γνωστές συνέπειες για το αναγνωστικό κοινό...!

Η Βάλια Μαΐστρου μιλάει και γράφει πολύ καλά Ελληνικά και Αγγλικά, καλά Γαλλικά και ελάχιστα Ιταλικά, όμως γνωρίζει άριστα Γαϊδουρινά, εξ 'ου και η παροιμιώδης... γαϊδουρινή υπομονή της, καθώς και άριστα Αλφα-Κενταυριανά, όπως αποδεικνύεται από την ικανότητα της να επικοινωνεί με κάθε UFO που κατά καιρούς έχει παρουσιαστεί στο περιβάλλον της και να παράγει αποτέλεσμα...!
Έχει σπουδάσει Λαιμαργιακά, διαθέτει PhD σε Λαμογιακά και Αχαριστιακά και MSc σε Ονειροφαντασιακή Θαλασσοκυματική.

Είναι σεμνή και ευγενική, παρά ταύτα, κυρίως επειδή απεχθάνεται την ατολμία, την μοιρολατρία, την κλαψαμίρλα και την πατριδοκαπηλία, η γλώσσα της μπορεί και στάζει μπόλικο δηλητήριο, άμα πιεστεί !
Κατασκευάζει, στον υπερθετικό βαθμό του καλώς, τούρτες, γαλακτομπούρεκα, κορμούς και παγωτά καθώς και πίτσες, κιμαδόπιτες και όταν απαιτείται, πάσης φύσεως χυλοπιτες (ο τόνος...κατά το δοκούν !)

Μεγάλοι και αγιάτρευτοι έρωτες της με απόλυτη προτεραιότητα είναι οι κάτωθι :

1) Η Ελλάς
2) Η θάλασσα
3) Η ποίηση
4) Η φωτογραφία
5) Η λογοτεχνία 

Έχει γράψει αρκετά ποιήματα ακούγοντας άπειρες ώρες συμφωνίες από θαλασσοκύματα. Τα ποιήματα αυτά έχει εντάξει από χρόνια στον κύκλο ποιημάτων "10 και πλέον ιστορίες μετά το 30", αλλά και στον "Ταξιδέματα με τον Έμμετρο", ενώ στον κύκλο "Rhymes and Verses" έχει εντάξει τα αγγλόφωνα ποιήματα της.

Όλα τα ποιήματα και πεζά δημιουργήματα της, προς πιστοποίηση της αυθεντικότητας τους και των δικαιωμάτων copyright, παρουσιάζονται στο αναγνωστικό κοινό μέσω του blog της valiamaistrou.blogspot.gr. Από το 2015 έχει δυναμική παρουσία στο Google+ αρχικά μέσα στην Κοινότητα Έλληνες Ποιητές/Greek Poets και από τον Μάιο 2017 μέσα στην Κοινότητα Ελληνική Ποιητική Τέχνη/Greek Poetic Art που η ίδια ίδρυσε για να προβάλλει κυρίως την Ελληνική Ποιητική παραγωγή και την Ελλάδα, αλλά και στην προσωπική της σελίδα στο Facebook.

Κάπου μεταξύ αστραπών και καταιγίδας έγραψε το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου και το πρώτο πεζό, έναν μύθο-παραμύθο, το “Των ανθρώπων το άλλο τους μισό” από την ενότητα “Οι μύθοι της Βαλιμάς”. Από τότε συνεχίζει να χορεύει με τα κύματα της θάλασσας, ώστε να αποτυπωθούν και οι επόμενοι μύθοι...

Έχει αγωνιστική πένα, αυτογνωσία, βαθιά γνώση των ελλείψεων της και παροιμιώδη ανεξαρτησία και ξεροκεφαλιά, παρουσιάζοντας μεγάλη πρόοδο στην εξάλειψη τους..!
Υποφέρει αθεράπευτα από καλπάζουσα φαντασία και οξεία γεροντοκορίαση με επιπλοκές !

Τα τελευταία χρόνια έχει αποσυρθεί στην ακροθαλασσιά μιας ξέρας, πλάι σε έναν κυματοδαρμένο βράχο, παλιό λημέρι ενός κουρασμένου από την υποκρισία ροφού, ακούγοντας και καταγράφοντας ιστορίες ανθρώπων και κυμάτων, όπου και αναμένει τον ένα και μοναδικό, δυνατό Μαΐστρο να την ρίξει μεσοπέλαγα παρέα με τα δελφίνια και τις παιχνιδιάρες ζαργάνες !

Ως εκ τούτου, κάθε ομοιότητα με άλλα γνωστά πρόσωπα θα ήταν μεν εντελώς τυχαία, αλλά και εντελώς μα εντελώς αδιάφορη, εφόσον, τόσο η ίδια, όσο και ο βίος της, δεν αποτελούν παρά... ξεκάθαρο παράδειγμα προς αποφυγή !

Σε πιθανή αναζήτηση, συστατικές επιστολές διαφόρων Ιδρυμάτων καθώς και πλήρη αποδεικτικά τίτλων σπουδών προσφέρονται μετά συνοδείας τούρτας ή πίτσας επί πινακίων κάθε Σαββατοκύριακο τους θερινούς μήνες από 19:00 έως 21:00 και πάντως... χύμα στο κύμα !

© ΒΑΛΙΑ ΜΑΪΣΤΡΟΥ 01.09.2015 (revised on 31.10.2017), All Rights Reserved





30 August, 2015

ΤΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ

 

ΤΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ

τα αδέσποτα σκυλιά
στου δρόμου την άκρη
λίγο φαΐ και νερό στα σκαλιά
πώς ξεροσταλιάζουν γι αγάπη

τα αδέσποτα σκυλιά
πώς τα μαζεύουνε κάποιοι με μαστοριά
με χάδια πρααίνουν κουνούν την ουρά
ηρεμούν μετά, δεν βγάζουν μιλιά

τα αδέσποτα σκυλιά
τα μερώνουν με ζεστό σπιτικό
αυτά όλο μάτια μεγάλα υγρά
πού να πάει το μυαλό στο φευγιό

τα αδέσποτα σκυλιά
τα βαριούνται εύκολα μετά
τα κλείνουν έξω απ' το σπίτι σιγά-σιγά
ν' αναρωτιούνται τι πήγε στραβά

τα αδέσποτα σκυλιά
τα μερωμένα στο δρόμο πεταμένα
και μερικοί άνθρωποι από μίλια μακριά
μερικές φορές πώς ολόιδια μοιάζουνε...


© ΒΑΛΙΑ ΜΑΙΣΤΡΟΥ 30.08.1998 (revised on 30.08.2015) "10 και πλέον ιστορίες μετά το 30" All Rights Reserved


24 July, 2015

ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΟΥΣ ΜΙΣΟ

 

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ


...δεν ξέρω ούτε να λέω, ούτε να γράφω παραμύθια...ξέρω όμως να τα διαβάζω στα μάτια των άλλων...και τα καλύτερα παραμύθια εκεί μέσα τα είδα, στα μάτια των ανθρώπων, κι ας είμαι κύμα...κι έτσι εγώ σήμερα θα σας διηγηθώ τι άκουσα, κι όποιος το θέλει, ας το πιστέψει κι ας παρηγορηθεί, αφού αυτό είναι το παραμύθι, παραμυθία και παρηγοριά...!

ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΟΥΣ ΜΙΣΟ 

...κι έστησα λοιπόν αυτί, ενώ τα σύννεφα τα απέναντι αστραπές εφώτιζαν πολλές σαν να 'θελαν να πούνε "τώρα, κύμα μου καλό, κόπασε, σώπασε και άκου", κι εκεί που οι Νεράιδες με την Γοργόνα κάθονταν στα βράχια, εκεί τις άκουσα που σιγοψυθίριζαν, και μήτε κούνησαν στιγμή από τον βράχο τούτο τον τραχύ και, μάλλον, την ιστορία τη γνωστή ελέγαν για το πώς των ανθρώπων το άλλο τους μισό, το ποθητό, πώς ατυχώς εχάθη...
....εκτός κι αν πάλι του Μορφέα το χέρι με βούτηξε κρυφά από του Ποσειδώνα την δασιά του αγκάλη, αγκάλη αφράτη, ζεστή κι απαλή σαν κόρφο πρωτομάνας, δίχως χαμπάρι εγώ η αγαθή να πάρω, κύμα απαλό ως γέννηκα, που μήτε για πρώτη φορά ελάθεψε μήτε θαρρώ και τελευταία...

Ο Δίας λοιπόν, Κυράδες μου καλές, έλεγε η Γοργόνα, αφού επέζησε εν τέλει, από της μάνας του το κόλπο δηλαδή, πήρε την κατάρα τούτη δω απ΄ τον πατέρα του τον Κρόνο, λίγο πριν πεθάνει, ποτέ με θηλυκό αναπαμό η καρδιά του να 'βρει...κι όλο ο Δίας έτρεχε, τη μια να γίνεται χρυσή βροχή, την άλλη ταύρος ή αητός, όποιο θηλυκό εύρισκε στο πέρασμα του, ετούτο τρελά να θέλει, να καμωθεί τον κύριο Άριστο, να το κερδίσει ! 

Πόσο θα ήθελε να ήτανε όμως κι αυτός σαν τους ανθρώπους του, στην δούλεψη του που' χε, αυτά τα τιποτένια κι ασήμαντα πλάσματα γύρω από τον Όλυμπο ! τόσο φτωχικά πώς ζούσαν...τόσο ευτυχισμένα μέσα στην ασημαντότητα τους, μα και στο μοιραίο και τελεσίδικο αυτής τους της θνητότητας... τόσο ολοκληρωμένα από την γέννα τους !

Γιατί άραγε να το 'χουν το άλλο τους μισό, το ταίρι τους από την κούνια τους ευθύς σταλμένο ; 
Πώς τάχα αυτός, τρανός θεός, ο ανώτερος, ο διαφεντευτής του κόσμου τούτου, που ό,τι η ψυχούλα του επόθαγε, πάντα ευθύς να το 'χε, τούτο δω, το ταίρι το πιστό, της ψυχής του αντίγραφο, το άλλο του μισό, τούτο αιωνίως να μην είχε ; με κατάρες κι αναθέματα στον Κρόνο και με ζήλια στ' ανθρωπάκια πορευότανε τη ζήση του αιώνες επί αιώνων...

Έτσι λοιπόν, αρχοντολάτρευτες, μικρές μου φιλενάδες, τους λέει η Γοργόνα, προχώραγε η ζωή εκεί, έως που ο Προμηθέας, μια μέρα στα κλεφτά, πήγε κι έδωσε κι άλλη ευτυχία στους ανθρώπους, τη φωτιά...κι ως εδώ τα ξέρατε, μα δεν τους έδωσε μόνον της φωτιάς την πύρα, να ψήνουν και να τρώνε κι ένα γύρω της όλοι να συμμαζεύονται και να πυρώνονται...ήταν η φωτιά του 'Ερωτα που άναψε και πύρωσε και ζέσταινε και τράνωσε ετούτους τους ανθρώπους ! 

Κι όσα δύσκολα τους έβαζε εμπόδια, έτσι να κάνει χάζι, ακόμα και μέσ' της φυλακής, για τ΄ αμαρτήματά τους, την πόρτα την άστοργα τσιμεντωμένη να μην μπορούν να σπάσουν, παράθυρο κι ελπίδα στη ζωή τους έδινε...κι ατρόμητοι αυτοί και μαχητές στεκόντουσαν, κι ας βόγκαγαν, η ψυχή τους εφτερούγιζε σαν, λες, να πάει να σπάσει ! 

Ετούτα εδώ τα τιποτένια του ανθρωπάκια εγίνανε ανώτερα, ακόμα κι από εκείνον, τον θεϊκό τον Δία, ατρόμητα και λυσσαλέα, έτοιμα για κάθε πόλεμο και κάθε δυσκολία, που ατυχία τα 'λεγαν, και πάλι εμπρός ορμούσαν !

Κάλεσε συμβούλιο επειγόντως, με όλους τους θεούς μια νύχτα τρομερή, τότε που η θάλασσα απ' του Ποσειδώνα το άγχος εχτυπιότανε κι απ' του Βοριά, του φίλου του, το άχτι ελυσσομανούσε χαλνώντας όχι μόνον λιμάνια που 'βρισκε στο διάβα του, μα και ξεχώνοντας αλμυρίκια δεκάδες στην σειρά από την άκρη της, δίχως μήτε φύκι να μείνει εντός της ένα, τότε...κι αφού τους ενημέρωσε τι εσκόπευε να κάμει, απόφαση τρανή αποφάσισαν πως αυτά τα τιποτένια πλάσματα, για δουλειές και μόνον καμωμένα, παρ' όλη την εξυπνάδα τους την τρανταχτή, να αποδυναμώσουν πρέπει, και στα Τάρταρα μονάχα τους να θένε για πάντα να κλειστούνε...

Πρωί-πρωί βγήκε ο Δίας και τελάλισε από τον Όλυμπο πως τους δίνει μια βδομάδα διορία διακοπές να πάνε, όσο ήθελαν μακρυά από τη δούλεψή του, κι ακόμα παραπέρα !

- “Και μετά ; τι έγινε μετά ;”  ρώτησαν οι Νεράιδες με αγωνία περισσή την όμορφη Γοργόνα.

...Μετά ο Δίας τους μοίρασε απλόχερα ωραία φρούτα ζουμερά, φρούτα του πάθους και της λησμονιάς τα λένε, μονάχα που δεν το 'ξεραν τα τιποτένια τ' ανθρωπάκια και πάνω στη χαρά τους την πολλή και στην μεγάλη τους επιθυμία τους κόπους τόσων χρόνων να κοπάσουν, έφαγαν κάμποσα από δαύτα, άντρες – γυναίκες, δύναμη στο ταξίδι τους να πάρουν...

Μόνο που στη βιάση την πολλή, και μεσ' την παραζάλη του φευγιού, ξέχασαν κι απώλεσαν την μνήμη του άλλου τους μισού και της προηγούμενης ζωής τους, καθώς σεργιάνιζαν στης γης ανάμεσα τα ωραία μήκη και τα πλάτη, όμοια με τον Παράδεισο που 'χανε ονειρευτεί το προηγούμενο βράδυ ! Κι ούτε πώς πίσω να γυρίσουν ήξεραν πως έπρεπε για των θεών τη χάρη και τη δούλεψη, μήτε για της μνήμης της μοναδικής του άλλου τους μισού που εχάθη...
Κι  από τότε, χρόνους χίλιους και τρισχίλιους, ζουν στη γη, μακρυά από τον Ζήνειο Όλυμπο, οι άνθρωποι...

Mα μέσ' τα Τάρταρα βαθειά...γλυτώσαν ;; δεν κλειστήκαν ;; την ρώτησε η μια η Νεράιδα, αυτή που πάντα μοίραζε χρυσόσκονη εκεί όπου ο Έρωτας ο απίστευτος αντάρτης κι αποστάτης των θεών, είχε προηγουμένως από τους ανθρώπους περάσει πρώτος...

Eίναι που βοήθησες πολύ εσύ ! Εσύ, Νεράιδα μου καλή, που σκέφτηκες κάτι τόσο καλό, τόσο ηδύ, εσύ κι η νεραϊδόσκονη σου ! 

Είδες ; είναι πως πας και ρίχνεις πάνω, σ' όποιον παράταιρο του Έρωτα η σαϊτιά βαρέσει, μπόλικη από δαύτη, κι ως να σωθεί, κι απ' την βροχή στην πλάση ξεπλυθεί κάνοντας ζώα και φυτά αναμετάξυ τους γλυκά ν' αναμιχθούν για χάρη των ανθρώπων, μια γλυκιά  παρηγοριά πως το άλλο τους μισό ευρέθη θεϊκά, πόσο φιλέσπλαχνα σε τούτους τους ταλαίπωρους ανθρώπους θες και δίνεις ! 

Και πάνε και στραβώνονται και γεύονται της ηδονής τη γλύκα με ό,τι ζαβό, ό,τι λειψό κι αδύναμο του κόσμου του τρελού, εκεί που ούτε να ακούν δεν ήπρεπε ! 

Και βλέπουν οι άντρες ονείρατα τρελά με μάτια ανοιχτά, του κόσμου την απύθμενη ομορφιά εμπρός τους γεμάτη τσαχπινιά κι ερωτισμό και σύνεση και νοικοκυροσύνη, αντί πραγματική ξινίλα, γκρίνια, σπατάλη κερατιά ή αφροσύνη ! 

Μα κι οι γυναίκες πίσω απ' την απίθανη αυτή στιγμή ποτέ δεν είναι ! Εκείνες ονειρεύονται πως βρίσκουν άντρες, γίγαντες τάχα μου, κι αγωνιστές και δυνατούς που από δράκους αυτές γλυτώνουν και σκοτώνουν, με πνεύμα οξύ σαν μοσχολέμονου την πρώτη στυμμένη στάλα, και μαχητές που αυτήν την μία και μοναδική θε ν'αναδείξουν στο πλήθος μέσα δείχνοντας τη και μέσ' στα μάτια κοιτώντας τη κι “αγάπη μου και Έρωτα μου” θε να φωνάζουν για χρόνους εκατό και πάλι λίγο να 'ναι !! 

Ω ! πόσοι κλαψομυρμίληδες, ωσάν ποντίκια, μικρά μου χαμαντράκια, κι άλλες τόσες άστοργες, μέγαιρες κρυφές κι ανάξιες γυναίκες, όλοι σας πώς την βολή σας ηύρατε σε τούτης της νεραϊδόσκονης την μαγεμένη ασπίδα φυλαγμένοι !!

...Όμως το γλύτωμα τους απ' τα Τάρταρα, κοίτα, πώς έχεις κατορθώσει ! 
Και μπλέκουν με χίλιες δυο δουλειές και με σπορές παιδιών και σπόρων κι έτσι η ζωή τους δίχως πολλά-πολλά περνάει σχεδόν καλά, δίχως άλλη σκέψη...εκτός...
...εκτός απ' ώσπου τουλάχιστον στο διάβα τους ποτέ βρεθεί, το αληθινό τους άλλο τους μισό που, τότε,στο μακρινό εκείνο παρελθόν εστάθη...
Τότε τρέχουν να πλυθούν, να ξεβαφτούν της ζήσης τα περιττά στολίσματα και σαν παιδιά απ' την αρχή ν' αγαπηθούν με τρέλα και με πάθος, όσο κι αν μερικοί τους πουν μετά πως τούτο ήταν λάθος, και χαίρονται κι οι δυο διπλά και τρίδιπλα και όλη η πλάση γύρω τους από τούτη την ενέργεια την παραγωγική που εκλύεται στο σύμπαν μέσα !

...ή...κρύβονται μέσα σε μια σπηλιά βαθιά, από τρόμο, φοβία κι ατολμία, αφού να ζήσουν έτσι ηδονικά με αγώνα και κατάκτηση εκεί έξω να αρχίσουν πάλι πρέπει... κι εκεί κρυμμένοι ως θάνατο αναμένουν ασθμαίνοντας, ανήμποροι ακόμα κι ανάσα να παράξουν, σοφοί και συνετοί παραμυθιάζοντας τον εαυτό τους πως είναι τάχα και λέγοντας πως η ζωή προχωράει με λογική...

...κι αντίθετα, Κυράδες μου καλές, η ζωή μπορεί και προχωράει σαν απ' το χέρι βαστάει τη λογική, μα μόνον με το άλλο σου μισό και μ' Έρωτα τρελό την ζεις υπέροχη, χορταστική απ' το πρωί ως το βράδυ, είναι καμιά σας που να διαφωνεί ;

“Μα θα μας πεις Κυρά Γοργόνα, πώς γίνηκε της θάλασσας της γιάτρισσας η αγκαλιά λύσσα, αλμυρή, με τόσα τσουβάλια αλάτι ??” ρώτησε η άλλη η Νεράιδα, η πιο μικρή, που τόση ώρα, σιωπηλή, άκουγε δίχως σχεδόν μιλιά να βγάλει, απαντώντας μάλλον σκόπιμα μ' ερώτηση άλλη, σαν να μην ήθελε απάντηση σε τσουχτερή ερώτηση να δώσει...

“Δεν το 'χετε δει ποτέ από εκεί ψηλά που τριγυρνάτε ως τα πέρατα του κόσμου τούτου, αλήθεια ;” ρώτησε η Γοργόνα, το καλό της Νεράιδας παράδειγμα ακολουθώντας, κι ενώ με διάθεση ολοφάνερα να ξαποστάσει το στόμα της ρούφηξε μια γιούσα ζουμερή, άφησε μια παύση απαλά να πέσει πάνω στα βράχια που καθόντουσαν έτσι ανέμελα, πιστεύοντας πως μήτε ψυχή ένα γύρω την συζήτηση αυτή θα 'χε ακούσει... 

...το γιατί, το κατάλαβα μετά, σε άλλη κουβέντα που κάμανε αναμετάξυ τους και άκουσα εγώ η τυχερή διπλά, που να μαθαίνω θέλω όσο ζω κι ακόμα παραπάνω, μα αυτό μια άλλη ιστορία από μόνο του αφορά για την επόμενη θαρρώ φορά !!
Μα, μια τέτοια εδώ γλυκιά βραδιά, μετά τα τόσα βροντερά μπουμπουνητά μιας καταιγίδας θερινής που έβλεπα εκεί απέναντι τον κόσμο να χαλνά, είχα ως κύμα αράξει χαλαρό εκεί, στον βράχο δίπλα, κι είτε τα άκουσα όλα αυτά, είτε απόλαυσα τον ύπνο τον βαθύ και μέσα σ' ονείρατα τρελά τα είδα, ως παραπάνω είπα, καθώς του Μορφέως το χέρι εμένα βούτηξε κρυφά από του Ποσειδώνα την δασιά του αγκάλη, αγκάλη αφράτη, κι απαλή σαν κόρφο πρωτομάνας, δίχως χαμπάρι εγώ να πάρω, κύμα απαλό ως γένηκα, που μήτε για πρώτη φορά ελάθεψε μήτε θαρρώ και τελευταία...
...και, μα τις εκατό ζαργάνες και τους χίλιους λούτσους που έναν Αύγουστο έφαγα στο Ξηροπήγαδο του Άστρους, είμαι σίγουρη πως τη Γοργόνα άκουσα γλυκά να σιγοτραγουδάει :

...έτσι παφλάζουν κύματα απαλά,
όταν Μαίστρο περιμένουν...
ήρεμα κι ειρηνικά πώς ξεγελούν,
ώσπου βρεθούν στην αγκαλιά του,
κι από το χτύπημα μαζί του το ηδονικό
στα βράχια τ' αφιλόξενα καιρό μετά
του αλατιού τους τον ανθό αφήνουν
γι' ανθρώπους που να ευφρανθούν
καθώς θα νοστιμίζουν τις ώρες του Έρωτα τους...

...κι όποιος πιστέψει, πίστεψε την ιστορία ετούτη και σπίτι του ευθύς ας πάει να κοιμηθεί ! κι αν θυμηθεί, κι αλήθεια θέλει να γενεί, ας γένει... μα αν θέλει απλώς να ξεχαστεί στα βάθη του ύπνου από τον πόνο τον βαθύ, η μνήμη του για πάντα τώρα να σβηστεί...! κι εμένα, μια απλή Παραμυθού, ξανά στα μάτια να μη ματαειδεί...
ΤΕΛΟΣ

© 23.07.2015 ΒΑΛΙΑ ΜΑΙΣΤΡΟΥ “ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΒΑΛΙΜΑΣ”, All Rights Reserved



30 June, 2015

ΜΙΑΣ ΜΠΟΡΑΣ ΘΕΡΙΝΗΣ


ΜΙΑΣ ΜΠΟΡΑΣ ΘΕΡΙΝΗΣ

Το άλικο τριαντάφυλλο μυρίζει άλικο τριαντάφυλλο
κι όλα τα υπόλοιπα βανίλια φρεσκοπλυμένη πάντα
βανίλια σαν τραγανού μπισκότου πρωινού γλυκό άρωμα
αυτά ίδια ολόιδια παραμένουν χρόνια τόσο σίγουρα,
όσο κι ο ήλιος που ξημερώνει την κάθε του μέρα ολούθε
απ' τις ανατολές, μα διάλεξε εσύ τι θες να είσαι μήπως
ο φιλαράκος μου ο παιδικός ή το στερνό παλιόπαιδο μου
που πρέπει στεγνά να του τις βρέξω εγώ ο ανθισμένος κήπος
λογής-λογής τα ονείρατα στα πλήθη εντός να μην συμπίπτουν
πόσο ασφαλής χιλιόμετρα μακρυά από την μπόρα εστάθη
της επιλογής το δίλημμα πόσο μακάρια τύχη, αητέ μου ακριβέ!

Διάλεξε μου τ΄ όνειρο που θες να ειδώ και πού φιλιά να βάλω
στου φίλου το μπαλκόνι η τριανταφυλλιά γλυκά πώς ευωδιάζει
στου ποθητού ο Έρωτας πιότερο κι από βρεγμένο χώμα
άντε να έχει συννεφιά και να 'στεργες βαθιά μοσχοβολιά
από ρόδα ευωδιαστά και τη βανίλια σου όπου ζυγώσεις
ν'απλώνεις χέρι να τρυγάς δικά σου στην ψυχή, τι πλούτη!
μα δεν θα το μπόραγα ξανά τόσο δυνατό ποτέ ως ζήσω
ν' αφήσω να σε ειδώ να αισθανθείς έτσι πλούσιος με δηλώσεις
από φόβο μην βάλεις τέτοια πλούτη μέσ' την τρελή τρεχάλα
ποτέ ξανά σ' αυτή τη γη, μα να 'παιρνες την τόση ευωδία
και να τραβάς εμπρός κι ακόμα δυνατός τι ευλογία
εξαίσια για σένα και τον κήπο σου εδώ μαζί, αητέ μου ακριβέ!

Μ' είπες φωτεινή να περιγράφω, τόσα να ειπώ που θέλω μήπως
θάλασσα με λέξεις χρώματα του Έρωτα των χωρισμένων πάθη
μεσ' στο μπαρούτι τους φωτιά καθώς κινάει φιτίλι τα κορμιά
κι όταν η ανάφλεξη κι η έκπληξη στα μάτια τους αστραφταλιάσει
η ζωή πόσο βαθιά χαράσσει μονοπάτια ευτυχίας με ένταση και λάθη
μα να σου στείλω εικόνες μου καυτές τις ευωδιές σου ο κήπος
τα μάτια σου σφάλισε γοργά κι αφέσου τρέχοντας εγώ να κρύψω
τα φιλιά σου μη χαθούν εκεί που μυρωδάτα τα ' θελες στην πλάση
τι ονείρατα να ειδώ τώρα που η μπόρα ετούτη μιας μέρας θερινής
τα μάτια μου δροσίζει σφαλνώντας τα με ονείρου ταξιδέματα
στου κήπου σου γλυκιά στιγμή που τόσο μυροβόλα εστάθη
μη ζήσεις δίχως του Έρωτα τα αρώματα, αητέ μου ακριβέ!

© 30.06.2015 ΒΑΛΙΑ ΜΑΙΣΤΡΟΥ "10 και πλέον ιστορίες μετά το 30”, All Rights Reserved


22 May, 2015

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ

Μια μόνη ανοησία δεν γίνεται
ποτέ μόνη της απρόκλητη
ένα κακό δεν φτάνει ποτέ όχι
για να συμβεί μοναχό του
πάντα κι άλλα θα ακολουθούν
κι ακόμα μεγαλύτερα τ΄αδέλφια τους
μα όλα για να μάθεις θα γίνονται
πείρα ν' αποκτήσεις απλόχερα
γνώσεις να μάσεις, να πάθεις

τη χτένα που βρίσκεις αργότερα
μια μέρα τυχαία όντας φαλακρός
μέσα στην τόσο άδεια σαν τσάντα
ζωή σου που ούτε που χρειάστηκες
συμβουλές να δίνεις βαθυστόχαστες
σαν γέρος στους πρωτόβγαλτους
μέσα στην ανοησία και το κακό
και τη σταδιακή, αργή, φονική
τριχόπτωση-γνώση-απόγνωση...

© 21.05.2015 ΒΑΛΙΑ ΜΑΙΣΤΡΟΥ "10 και πλέον ιστορίες μετά το 30”, All Rights Reserved



15 April, 2015

ΣΤΑΘΜΟΙ

 

ΣΤΑΘΜΟΙ


σταθμούς κι αποβάθρες
ποτέ μου δεν λάτρεψα
μακριά ο κόσμος σε έπαιρνε
τ' άγνωστο ηδονικά σε έθελγε
κι άμα κάποτε επέστρεφες
διψούσα μια στάλα θολό νερό
του έρωτα τόσο να πιώ
μα ποτέ δεν ξεδίψασα
μακριά ο κόσμος σ' έπαιρνε
στο τραπέζι ψωμί που έψαχνα
ένας στρατιώτης στον πόλεμο
στο πόδι που έτρωγα άνεμο
ψωμί σαν από μέρες λιγοστό
τα μάτια σου η χαρά μου
το κορμί σου η λησμονιά μου
όλο να γυρνάς
όλο να μ' αγαπάς
όλο να φεύγεις
μακριά ο κόσμος που σε έπαιρνε
για το αλλού με γεμάτη βαλίτσα
κι η ψυχές μας να είναι εντός
θέλγητρο το κέρδος του ενός
χρόνια μπροστά η ζημία...

© ΒΑΛΙΑ ΜΑΊΣΤΡΟΥ 28.02.2000 “10 και πλέον ιστορίες μετά 30”, All Rights Reserved





17 February, 2015

ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ


ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ

μισοί δες τους έρωτες
μας αφήνουν ανάπηρους
από τη μέση και πάνω
άντε βρες το άλλο μισό
μέσ' του κόσμου το χαμό
τις νύχτες τις αξημέρωτες
την υπομονή δεν μισώ
την βιωτή για τον κόσμο
τις μέρες τις ατέλειωτες
μόνο λατρεύω να δω
τις λέξεις σου
μα ποιος τη σιωπή στα δυο
με μια να σπάζει
κι αλήθειες αμείωτες εδώ
πονερά να στάζει
μόνο μισώ κι εγώ
όσα δεν ζω παραπάνω
κι ακόμα παλεύω
για όσα δεν φτάνω

τα μίση
ώρες ώρες ατέλειωτες
μας αφήνουν ανάπηρους
από την μέση και πάνω
ο χρόνος φεύγει
και δεν γυρνάει
την μνήμη δεν σταματάει
μόνο σημειώνεται
σε ό,τι μας ακουμπάει
αέναος κυκλικός να 'το
το χέρι της λήθης
ν' αρπάζει δεν συμπονάει
λόγος ψεύτικος και αήθης
κι όσα τόσο άδικα έκλεψαν
σ' άφησαν ανάπηρο
από την μέση και κάτω
θα 'ρθει η ώρα να τα επιστρέψεις
οι λαοί πάντα συμπονούν
οι άνθρωποι δεν ξεχνούν...

© 17.02.2015 ΒΑΛΙΑ ΜΑΙΣΤΡΟΥ “10 και πλέον ιστορίες μετά το 30”, All Rights Reserved







03 February, 2015

ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ


ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ

Εσύ φέρνεις τη σκέψη μου ανάμεσα
σε μια ντουζίνα ραμμένα πουκάμισα
μου το θύμισες και το υπογράμμισα
κάθε σου λέξη με τυραννά έμμεσα
ένας ήχος, ένας χτύπος, μια ζωή
δεν αντέχεται η συνήθης σιωπή

μια λέξη, ένα μήνυμα με το περιστέρι
στην φυλακή λάμπει σαν ένα αστέρι
χρόνια κι άλλα τόσα ακόμα θα άντεχα
ψίχουλα ο έρωτας λες με αποστροφή
εθνική υπερηφάνεια πλέον όχι ντροπή
μια λέξη κι έχω φύγει γι' άγνωστη γη
πουλάκι στη στέγη ελπίδα διαλαλεί...

© 02.02.2015 ΒΑΛΙΑ ΜΑΙΣΤΡΟΥ "10 και πλέον ιστορίες λίγο μετά το 30”, All Rights Reserved